Ο Κλού,
είναι ένα ευρέως γνωστό κλιμακωτό παραμύθι που ανήκει στον παραμυθιακό τύπο ΑΤU2028*.
Παρακάτω διαβάζουμε την αφήγηση της Ζαμπέτας Πατσάη από τον Αρχάγγελο Ρόδου που τη μοιράστηκε μαζί μας τον Ιούνιο του 2004. Η αφήγηση γίνεται στο τοπικό ιδίωμα.
Παρακάτω διαβάζουμε την αφήγηση της Ζαμπέτας Πατσάη από τον Αρχάγγελο Ρόδου που τη μοιράστηκε μαζί μας τον Ιούνιο του 2004. Η αφήγηση γίνεται στο τοπικό ιδίωμα.
Μια
φορά και ένα καιρό, είχε ε μια γριίτσα και εξέσκαλε, εξέσκαλε και ήβρε ένα
μαιδάκι.
-Τι
να το γοράσω, τι να το γοράσω. Να το γοράσω κριατάκι, ε να πετάξω τα
κοκκαλάκια. Να γοράσω ψαράκι, ε να πετάξω την αγκατίτσα. Α το γοράσω πατίχα, ε
να πετάξω τις κούνες. Τι να το γοράσω, τι να το γοράσω, α το γοράσω ένα
αντερουδάκι.
Εγόρασεν
το ένα αντερουδάκι. Επίε ε στο πουφτό να πλύνει το αντερουδάκι της, επήρε της
το ο Λούπης. Λε:
-Λούπη,
Λούπη, τ’ άντερο μου να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πάνε
στην κλου να σου δώκει ένα πουλί α το φω να σου δώσω το αντερουδάκι σου.
Λε:
-κλου ‘μου νου πουλί εγώ πουλί του Λούπη, ο Λούπης τα
αντερουδάκι μου να μην με δέρει ο γέρος
μου.
Α λε:
-πάνε στο μυλωνά, να σου δώκει σιτάρι να τάσω τα κοτοπουλά μου να σου το δώκω το πουλάκι.
Λε:
-αλωνά μου νου σιτάρι της
κλούς κι κλού ‘μου νου πουλί, κι εγω πουλί του Λούπη και ο Λούπης το
άντερο μου να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πάνε στην ξεβρουλιά να φέρεις ε ξέβρουλα να φροκαλίσω το αλώνι,
να σου δώκω.
Λε:
-ξεβρουλιά, μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και
αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το
άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πες
στο κύριο να βρέξει, να πιω, να βγκιάλω ξέβρουλα να σου δώκω.
Λε:
-Κύριε, μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η
ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι
και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου
πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει
ο γέρος μου.
-Α,
λε πάνε στον λιβανά να σου δώκει λιβάνι, να με καπνίσεις, να σου δώκω.
Λε:
-λιβανά μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος
μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και
βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η
κλου ‘μου νου πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη
κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πάνε
στον παπουτσί να σου δώκει παπούτσια να βάλω να πω να σου φέρω λιβάνι.
Λε:
-Παπουτσί μου νου παπούτσια και βω παπούτσια του λιβανά και ο
λιβανάς μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και
βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του
αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου
νου πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης
το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πάνε στον χοίρο, να σου δώκει τρίχες, να πετσώσω τα παπούτσια,
να σου δώκω.
Λε:
-χοίρε, μου νου τρίχες, και βω τρίχες του παπουτσί και ο
παπουτσής μου νου παπούτσια και βω παπούτσια του λιβανά και ο λιβανάς μου νου
λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της
ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και
αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το
άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
-Α, λε πάνε στην βαλανιά, να σου δώκει βαλάνια να φω να σου
δώσω.
Λε:
-βαλανιά μου νου βαλάνια και βω βαλάνια του χοίρου, και ο χοίρος
μου νου τρίχες, και βω τρίχες του παπουτσί και ο παπουτσής μου νου παπούτσια
και βω παπούτσια του λιβανά και ο λιβανάς μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του
Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά
μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ
σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου
πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει
ο γέρος μου.
Τότες πιο η βαλανιά, λε:
-νέβα κόψε.
Ε νέβει η κακομοίρα η γριά να κόψει τα βαλάνια, έπεσε εσκοτώθει.
Και τέλος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου