Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Η "Κλου" Κλιμακωτό παραμύθι από τον Αρχάγγελο Ρόδου

Ο Κλού, είναι ένα ευρέως γνωστό κλιμακωτό παραμύθι που ανήκει στον παραμυθιακό τύπο ΑΤU2028*.
Παρακάτω διαβάζουμε την αφήγηση της Ζαμπέτας Πατσάη από τον Αρχάγγελο Ρόδου που τη μοιράστηκε μαζί μας τον Ιούνιο του 2004. Η αφήγηση γίνεται στο τοπικό ιδίωμα.

Μια φορά και ένα καιρό, είχε ε μια γριίτσα και εξέσκαλε, εξέσκαλε και ήβρε ένα μαιδάκι.
-Τι να το γοράσω, τι να το γοράσω. Να το γοράσω κριατάκι, ε να πετάξω τα κοκκαλάκια. Να γοράσω ψαράκι, ε να πετάξω την αγκατίτσα. Α το γοράσω πατίχα, ε να πετάξω τις κούνες. Τι να το γοράσω, τι να το γοράσω, α το γοράσω ένα αντερουδάκι.
Εγόρασεν το ένα αντερουδάκι. Επίε ε στο πουφτό να πλύνει το αντερουδάκι της, επήρε της το ο Λούπης. Λε:
-Λούπη, Λούπη, τ’ άντερο μου να μην με δέρει ο γέρος μου.   
Λε:
-πάνε στην κλου να σου δώκει ένα πουλί α το φω να σου δώσω το αντερουδάκι σου.
 Λε:
-κλου ‘μου νου πουλί εγώ πουλί του Λούπη, ο Λούπης τα αντερουδάκι μου  να μην με δέρει ο γέρος μου.
Α λε:
-πάνε στο μυλωνά, να σου δώκει σιτάρι να τάσω τα κοτοπουλά  μου να σου το δώκω το πουλάκι.
Λε:
-αλωνά μου νου σιτάρι της  κλούς κι κλού ‘μου νου πουλί, κι εγω πουλί του Λούπη και ο Λούπης το άντερο μου να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πάνε στην ξεβρουλιά να φέρεις ε ξέβρουλα να φροκαλίσω το αλώνι, να σου δώκω.
Λε:
-ξεβρουλιά, μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε:
-πες στο κύριο να βρέξει, να πιω, να βγκιάλω ξέβρουλα να σου δώκω.
Λε:
-Κύριε, μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
-Α, λε πάνε στον λιβανά να σου δώκει λιβάνι, να με καπνίσεις, να σου δώκω.    
Λε:
-λιβανά μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.
Λε: 
-πάνε στον παπουτσί να σου δώκει παπούτσια να βάλω να πω να σου φέρω λιβάνι.
Λε:  
-Παπουτσί μου νου παπούτσια και βω παπούτσια του λιβανά και ο λιβανάς μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.  
Λε:  
-πάνε στον χοίρο, να σου δώκει τρίχες, να πετσώσω τα παπούτσια, να σου δώκω.     
Λε:
-χοίρε, μου νου τρίχες, και βω τρίχες του παπουτσί και ο παπουτσής μου νου παπούτσια και βω παπούτσια του λιβανά και ο λιβανάς μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.  
-Α, λε πάνε στην βαλανιά, να σου δώκει βαλάνια να φω να σου δώσω.
Λε:
-βαλανιά μου νου βαλάνια και βω βαλάνια του χοίρου, και ο χοίρος μου νου τρίχες, και βω τρίχες του παπουτσί και ο παπουτσής μου νου παπούτσια και βω παπούτσια του λιβανά και ο λιβανάς μου νου λιβάνι και εβώ λιβάνι του Κύριου και ο Κύριος μου νου δρόσο και βω δρόσο της ξεβρουλιάς και η ξεβρουλιά μου νου ξέβρουλα και βω ξέβρουλα του αλωνά και αλωνάς μου νου σιτάρι και εβώ σιτάρι της κλους κι η κλου ‘μου νου  πουλί, κι εβώ πουλί του Λούπη κι ο Λούπης το άντερο μου, να μην με δέρει ο γέρος μου.  
Τότες πιο  η βαλανιά, λε:
-νέβα κόψε.  
Ε νέβει η κακομοίρα η γριά να κόψει τα βαλάνια, έπεσε εσκοτώθει. Και τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου