Το παραμύθι αυτό, ανήκει στον παραμυθιακό τύπο, ΑΤU 1640Α. Ένας βαρεμένος άνθρωπος, κάποια στιγμή σκότωσε σαράντα μύγες. Με την φράση του όμως, σαράντα σκοτώνω καθιστός, αλίμονο κι αν σηκωστώ», εννοώντας τις μύγες, φοβήθηκαν σαράντα δράκοι που τον άκουσαν, και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο, να τον συνεταιριστούν για να μην τυχόν και τους σκοτώσει.. Η ύπαρξη των μεγάλων δέντρων δίνει στο παραμύθι χαρακτήρα μαγικό.
Κείνο τον καιρό και κείνα τα ζαμάνια, είχε ε
μια γριούλα και είχε δυο γιους. Ο ένας ήτο προκομμένος ο άλλος ήτο χρουσούζης,
δεν έβγκαινε που το σπίτι καθέλου, μόνο εκάτω μες στα κούμελα.
-Πρε
παιδάκι μου σήκου πάνω, πάνε να δουλέψεις
λε,
ε νε σηκώνετο. Εκρύωνε, είχε τα πόγκια του μέσα στο άττος κομμένα. Που κρύωνε.
Τελικά λε θα σου βάλω, πάνει στον γάδαρο, βάλει του ένα δισάκκι, βάλει του το
ένα πόδι μες στο άττος, βάλλει και το άλλο, μια και γκιο, πιάνει που είχε και
μια παλιομαχαίρα και έλιψεν την και με το μέλι, την μαχαίρα. Έπιε τον δρόμο, άτε,
άτε, άτε, πορπατούσε, μέσα ενύχτωσε μέσα στο δάσος, εκοιμήθηκε. Το πρωί που
ξημέρωσε, είχε την παλιομαχαίρα που κειά ήτο
με το μέλι, επήαν εκολλίσαν πάνω μύες. Εμέτρησε τες μύες, σαράντα.
-Α,
λε, σαράντα σκοτώνω καθιστός αλίμονο κι αν σηκωστώ.
Είχε
σαράντα δράκους, και εκούσαν τον. Λε:
-
πρε με ευτός ε να μας φε. Ε, λε, σκοτώνει σαράντα καθιστός, μ’ αν σηκωστεί;
μόνο σηκώστε πάνω να πάμε να τον κάμουμε αφεντικό, για να γλιτώσουμε που φτον
τον άνθρωπο, αλλιώς ε να μας σκοτώσει.
Πα
λε:
-
τι είναι παλικάρι,
λε:
-
να ήρτα και εβώ δωνά και επλάγιασα δωνά, λε σαράντα σκοτώνω καθιστός αλίμονο κι
αν σηκωστώ.
Λε:
-
όχι, όχι. Εσύ αφεντικό και εμείς δούλοι.
-Εντάξει.
Παίρνουν
τον πιο τον κύριο, αττοβορτογκάρη, παίρνουν τον στην σπηλιά τος, που ήτον οι
δράκοι. Αφεντικό πιο είχαν τον βάσανο, α κάθεται κείνος και ακουβαλούν κείνοι
να τον τάζουν. Εβαρέθησαν τον πιο. Λε πότε φτο το βάσανο. Λε:
-
αν είναι αφεντικό, α πες και συ α γιμώσεις.
Α
εγιμώναν λε με τα τουλούμια. Κείνα τα χρόνια. Το νερό εφέρναν το με τα
τουλούμια. Λε:
-που
‘ναι τα τουλούμια σας, φέρτε τα δω.
Πιάνει τα τουλούμια, παίρνει τα στην βρύση,
βάλλει λε το τουλούμι τα πάνω κάτω. Οι δράκοι τώρα απέναντι βλέπουν. Πιάνει την
με το να του χέρι, έπινε το τουλούμι είχεν το ανάποδα και εν έμπαινε νερό, μέσα
ήτον εύκαιρο το τουλούμι. Λε:
-
τώρα αν κακώσει ε να μας φε. Μόνο, χατέστε πάλε να πάμε να τον καλοπιάσουμε,
και λε, α σου πω αφεντικό, έλα και ε να τα πάρουμε εμείς.
Γλιτώνει
την. Σηκώνουν τα τουλούμια με το νερό, πάλε οι δράκοι, παίρνουν τα στο σπίτι.
Πάλε ξανά την άλλη ημέρα, λε:
-
αν είναι αφεντικό ε να πάμε να κάμουμε, α ρίξουμε βόλι. Θέλεις έλα και
εσύ;
-Ε,
λε, να έρτω.
Επιάσαν
οι δράκοι, ερίχναν το βόλι, ήρτε η σειρά του, λε:
-
τα βάρντα Σμύρνη, βάρντα πόλη, και ο σπανός θα ρίξει βόλι, να χαλάσει και την
Σμύρνη και την πόλη.
-
Α, λε, άρη αφεντικό άμα είναι να χαλάσεις την Σμύρνη και την πόλη, και εκείνος
δεν εμπρόργκαι ούτε να κουνήσει πιο το βόλι των δράκων. Κάτσε, κάτσε αφεντικό
και εμείς ε να το σύρουμε.
Γλιτώνει
την και που κει. Την άλλη ημέρα λε:
-αν
είναι λε αφεντικό, να πες και συ να φέρεις δύο ξύλα. Εβαρέθησαν τον πιο, α τον έχουν
εμπρός τος, λε:
ε έχετε κανένα κότσο;
λε:
-με
τι ε να τον κάμεις.
Λε:
-
να α πιω τον Κάραβο, να τον κωλοσύρω, α τον φέρω μπρος μου, α μην θέλω να
κουβαλώ.
Λε:
-
άρη άμαν είναι να χαλάσεις τον κάραβο, να φανεί η Μαλώνα που κει, να
λείπει.
Γλιτώνει
την και κει. Την άλλη ημέρα πάλε, λε:
-
ω αφεντικό, εμείς ε να πάμε, παράδειγμα, κειά στην Τσαμπίκα, κειά στον περνό,
έτσι μας τα λε ο συγχωρεμένος ο Ναστασάς, να πάμε κειά στον περνό, να πιάσουμε,
φτο, να σαρτάρουμε ποιος ε να σαρτά πιο μακριά τους κλάδου, θέλεις έλα και
εσύ.
-
Ε, λε, να ‘ρτω.
Οι
δράκοι ήτον ε ψηλοί, επιάναν του κλάδους,
εσαρτούσαν, εκείνος πουφτός, λε:
-
χάτε χαμηλώσετε μου τον, τον κλάδο.
Μόλις
έπιαν λε που το πουφτό που αφήκαν τον κλάδο, αντί να σαρτάρει, ίσια κει έπεσε
μες στην κεπούλα, της Τσαμπίκας, η καλή του τύχη, κειά λε που έπεσε, είχε ένα
λαγό που κάτω και έπιεν τον. Έπια τον λαό κειά, λε:
-είδες
εβώ, αντί να σαρτάρω, ίσια κει, είδα τον λαγό και εσάρταρα που δω και έπια και
έπια τον λαγό.
Οι δράκοι πιο απογοητευμένοι. Λε:
αυτός ε θα γλιτώσουμε. Λε, ω αφεντικό με
γονιούς τίποτα ε νε χεις;
λε:
-
έχω μια μάνα.
-Ε,
λε, με θέλεις πιο με να την δεις;
-ε,
λε, θέλω.
Λε:
-
χατε να πάμε να την δεις και ερκούμεστε πάλε.
Κάζουν
τον λε στον γάδαρο, μια και γκιο στην μάνα του. Μόλις επήγαν ε στην μάνα
λε:
-
που ναι την η πουφτή, η μαχαίρα του φέντη μου.
Λε:
-
με τι ε να την κάμεις την μαχαίρα.
Λε:
-
κόμα τι ε να την κάμω; α σας ε σφάξω ούλους.
Που
τον φόντος λε οι δράκοι, παίρνουν τρεξιό, και εγλιτώσαν οι δράκοι. Έμενε και
εκείνος πάλε με την μάνα του και εκάτο μες στα κούμελα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου